6.Βιογραφικά
Ο Γιάννης Σταύρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε αρχικά στην Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στο Εργαστήριο Γλυπτικής του Γιάννη Παππά, πριν στραφεί ολοκληρωτικά προς τη ζωγραφική.
Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές εκθέσεις και έχει οργανώσει είκοσι οκτώ ατομικές. Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Η καταγωγή του από ναυτική οικογένεια της Χίου αλλά και τα παιδικά-εφηβικά του χρόνια στο κέντρο της κοσμοπολίτικης Θεσσαλονίκης των δεκαετιών του ‘50 – ‘60 επηρέασαν σημαντικά τη φυσιογνωμία του. Το αστικό, βιομηχανικό τοπίο, οι πολιτείες που βλέπουν τη θάλασσα, τα καράβια, η φύση αποτελούν βασική του θεματολογία. Όμως δύσκολα μπορεί να χαρακτηρισθεί τοπιογράφος ή θαλασσογράφος με την κλασική έννοια. Η θάλασσα αποτελεί αφορμή για χρώμα, ενώ οι όγκοι των καραβιών του δηλώνουν περισσότερο ένα νόημα-μύθο παρά συγκεκριμένα καράβια. Το ίδιο ισχύει και για τα τοπία του.
Εκτενείς αναλύσεις για το έργο του Γιάννη Σταύρου έχουν κάνει ο ιστορικός και κριτικός τέχνης, Μάνος Στεφανίδης, ο καθηγητής της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής(ΕΜΠ), Μάνος Μπίρης, η ιστορικός τέχνης, Μαρίνα Πίσπερη κ.α.
Εκτενείς λεπτομέρειες για τον ζωγράφο και τη δουλειά του θα βρείτε στην επίσημη ιστοσελίδα του http://www.yannisstavrou.gr
ζωγράφος της μεταφυσικής υφής της πόλης…*
…Ο Γιάννης Σταύρου, είναι ο ζωγράφος της μεταφυσικής υφής της πόλης. Καθώς αυτός ανήκει στην τυχερή γενιά που βίωσε τα σπαράγματα των ελληνικών αστικών κέντρων και ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης, μας οδηγεί με σιγουριά στον εικαστικό μύθο των παιδικών μας χρόνων:
Στον απύθμενο θύλακα του λιμανιού του Θερμαϊκού, όπου μέσα από την υγρή ομίχλη της χαραυγής φιγουράρουν ξεμοναχιασμένοι οι στιβαροί όγκοι των σιδερένιων καραβιών. Στα ανηφορικά σοκάκια της γειτονιάς και τα ωχρά είδωλα των σπιτιών. Επάνω στα τζάμια των παραθύρων τους αντιφεγγίζουν οι ασθενικοί λαμπτήρες των οδών και τα πρώτα ημιτόνια των ακτίνων του ανατέλλοντος ηλίου. Τέλος, μας οδηγεί στην πρωϊνή εγρήγορση της κεντρικής πόλης. Εκεί, ανάμεσα στο γοητευτικό σκηνικό των πολυκατοικιών του μεσοπολέμου με την επίπλαστη κοσμοπολίτικη όψη τους, κυλάει στο μισοσκόταδο η κομψή σιλουέτα του τραμ.
Ο Γιάννης Σταύρου περνάει στις σιωπηλές εικόνες του το απόσταγμα της ζωής – το απόσταγμα της ύλης και του πνεύματος. Δημιουργεί – στον δικό του κόσμο – την αρμονική σχέση του ‘αστικού τοπίου’ με το άπειρο. Σε αυτήν την αδέσμευτη έκταση του απείρου, τολμάει να προβάλει τη φύση των αισθημάτων του, δια μέσου του φωτός. Ίσως, γιατί γνωρίζει ασφαλώς ότι η ψυχή της πόλης εκφράζεται στο φως της…Σε εκείνα τα μαβιά με τις χρυσές πινελιές κατέγραψε το ασυμβίβαστο, “πολυεθνικό” πρόσωπο της όμορφης Θεσσαλονίκης.”
_____________________________________________________________________
* Μάνος Μπίρης, καθηγητής Ε.Μ.Π, στην Ιστορία της Αρχιτεκτονικής
Γιάννης Σταύρου, Γκρίζο Απόγευμα, λάδι σε καμβά
Γυάλινα μάτια – Αναστημένα βλέμματα
Για τη ζωγραφική του Γιάννη Σταύρου *
“Είναι ένα γυάλινο μάτι που με βλέπει στον ύπνο του”, Γιώργος Θέμελης
Με ποιούς τρόπους μπορούμε να μιλήσουμε για τη ζωγραφική σήμερα; Κατ’αρχάς πρέπει να διαλέξουμε: Τον κόσμο των μορφών, την επικράτεια της τέχνης ή τον κόσμο των ειδώλων, το βασίλειο των σκιών που καμώνονται ύπαρξη εξ αιτίας της πρόσκαιρης και τυχάρπαστης δύναμης που τους παρέχει το μέσο; Και βέβαια αναφέρομαι στο γυάλινο μάτι της τηλεόρασης και ασφαλώς την αντιπαραθέτω προς την στατική αλλά όχι ακίνητη εικόνα της ζωγραφικής. Όσο περνά ο καιρός, τόσο διαπιστώνω πως στη συνείδηση μου μαίνεται ένας αφίλιωτος πόλεμος: μια μάχη ανάμεσα στα έργα που αγάπησα και που έρχονται από το παρελθόν φιλοδοξώντας δίκαια να κατοικήσουν στο μέλλον μας και ανάμεσα στην υπερφίαλη τηλε-μαγγανεία που υποκρίνεται αυθεντία χωρίς όμως να εξορκίζει το χυδαίο.
Γιαυτό είπα πιο πάνω ότι πρέπει να διαλέξουμε. Υπονοώντας ότι η ζωγραφική σήμερα περισσότερο απ’όλα είναι μια πράξη αντίστασης του βλέμματος, ένα είδος σιωπηλής πλην έγκυρης διαμαρτυρίας για την πλημμυρίδα των α-νόητων και ανοήτων εικόνων που μας ροκανίζουν χρόνο και συνείδηση. Με εντολή άνωθεν, είμαι πια βέβαιος. Για να μας γονατίσουνε πολιτικά ή ιδεολογικα, πρέπει πρώτα να μας ευτελίσουνε αισθητικά. Όλοι αυτοί οι σύγχρονοι Μέττερνιχ της ξεπουλημένης εικόνας. Πώς όμως μπορεί ν’αντισταθεί και σε τί ένας ζωγραφισμένος μουσαμάς που παρουσιάζει λ.χ. ένα πλοίο σε σκοτεινά νερά απομάκρυνσης ή μια πόλη βυθισμένη στο πρωινό φώς, το εντεταλμένο να την εξαγνίσει και να την ελέγξει για τη νύχτα της; Κατ’αρχάς ο πίνακας συγκροτεί έναν οπτικό λόγο που πάνω απ’όλα απαιτεί το βλέμμα του θεατή, τη σκέψη του την αφοσίωση του και αν είναι δυνατόν και τη καρδιά του. Αυτός ο μυστικός χρόνος επικοινωνίας που διαρκεί από ένα λεπτό ως μια ολοστρόγγυλη αιωνιότητα, ενέχει τα στοιχεία ενός ιερού δράματος, μιας θρησκευτικής διαδικασίας χωρίς προφανή θεό, αλλά με προφανές το θαύμα.
Γιαυτό μίλησα ήδη για ανάσταση του βλέμματος. Συχνά, η ζωγραφική στις μέρες μας «χρησιμοποιείται» ως άλλοθι παιδείας ή δύναμης ή στρατεύεται στους πολύφερνους σκοπούς της διακόσμησης. Γιατί όχι; Ποιόν έβλαψε η σπαταλήμένη ομορφιά γύρω; Όμως πέρα από αυτό, η ζωγραφική που τιμά τ’όνομα της, ξέρει να παρασύρει σε ατραπούς αυτοσυνείδησης και σε νησίδες ωρίμανσης όσους την εμπιστευτούν. Μπορεί, όπως και κάθε μορφή τέχνης, να καταστήσει τον συνομιλητή της καλύτερο. Να του επιστρέψει επίσης τον χρόνο του, κερδισμένο. Κι αυτό είναι πολύ σπουδαίο. Επειδή πρόκειται για γνώση κατακτημένη με τη διαίσθηση και κατοικημένη από μιαν αλλοιώτικη ηδονή. Τη χαρά του βλέμματος που ζωοποιεί όλη την ύπαρξη μας.
- Έτσι αντιμετωπίζω και τη ζωγραφική του Γιάννη Σταύρου του νοσταλγικού απολογητή μιας άλλης Θεσσαλονίκης και του μεθοδικού κυνηγού των μικρών θησαυρών που κρύβει η καθημερινότητα στις τσέπες της. Σαν μια πρόκληση για ένα ένδον ταξίδι, σαν μια ευκαιρία του βλέμματος για ουσιαστική ανάσταση – παράταση ουσιαστικής ζωής. Οι συνθέσεις του στηρίζονται σε δύο άκρα αντίθετα: τρυφερότητα και ρωμαλέος ρυθμός, αίσθηση της λεπτομέρειας και γνώση του όλου, συναισθηματική φυγή σε χαρισάμενες εικόνες που θάλεγε κι ο Κοσμάς Πολίτης και έγνοια για τη φόρμα, για τη λιτή όσο και στιβαρή παρουσίαση της.
- Οι πίνακες του είτε μνημειώνουν χώρους που ήδη αγάπησε, είτε επινοούν καινούργιες θάλασσες για νέα ταξίδια. Αλλού το πλαστικό στοιχείο χτίζει με αφαιρετικές διαδικασίες, κι αλλού ένα μικροφώς, μια πινελιά – καταλύτης αποκαλύπτει ένα καλά κρυμμένο μυστικό. Είναι τότε που τα βαριά μπλε ηλεκτρίζονται από πορτοκαλείς ιριδισμούς και τα κόκκινα δεν αφήνουν ποτέ ασυντρόφευτα τα μαύρα ή τα βαθειά πράσινα. Έτσι είναι∙ το ηδύ πρέπει να προκύπτει απ’το πικρό και τούμπαλιν. Δάσκαλοι του το πείσμα του για την κατάκτηση μιας αυτάρκους οπτικής γλώσσας και η γνώση, εμπειρική και γι αυτό πολύ ουσιαστική, της νεοελληνικής ζωγραφικής. Από τον Παπαλουκά στον Τσαρούχη και από τον Σπυρόπυλο στον Τέτση. Ώσπου να βρει το δικό του ύφος, την significant form του Clive Bell ή την symbolic form του Cassirer και του Panofsky, δηλαδή έναν χαρακτήρα που να σφραγίζει το έργο του ασχέτως της περιόδου που το φιλοτέχνησε. Ας μην σας ζαλίζω όμως μ’αυτές τις τεχνικές πληροφορίες. Η υγεία της ζωγραφικής του Γιάννη Σταύρου έγκειται στο ότι κανείς μπορεί να την χαρεί δίχως θεωρητικά δεκανίκια και «κριτικές» εξυπνάδες. Μακριά από μένα τέτοια ατοπήματα.
___________________________________________________________________
* Μάνος Στεφανίδης, ιστορικός & κριτικός τέχνης




Υποβολή απάντησης